Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Grounder

/graʊndər/

noun

1. (baseball) a hit that travels along the ground

    synonym:
  • grounder
  • ,
  • ground ball
  • ,
  • groundball
  • ,
  • hopper

1. (βασεμπολ) ένα χτύπημα που ταξιδεύει κατά μήκος του εδάφους

συνώνυμο:
  • περιπλανώμενοσ,
  • επίγεια μπάλα,
  • βαλβίδα,
  • χοάνη