Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Greenish

/grinɪʃ/

adjective

1. Of the color between blue and yellow in the color spectrum

  • Similar to the color of fresh grass
  • "A green tree"
  • "Green fields"
  • "Green paint"
    synonym:
  • green
  • ,
  • greenish
  • ,
  • light-green
  • ,
  • dark-green

1. Το χρώμα μεταξύ μπλε και κίτρινου στο φάσμα των χρωμάτων

  • Παρόμοιο με το χρώμα του φρέσκου χόρτου
  • "Πράσινο δέντρο"
  • "Πράσινα πεδία"
  • "Πράσινο χρώμα"
συνώνυμο:
  • πράσινος,
  • πρασινωπόσ,
  • ανοιχτό πράσινο,
  • σκούρο πράσινο