Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Grammar

/græmər/

noun

1. The branch of linguistics that deals with syntax and morphology (and sometimes also deals with semantics)

    synonym:
  • grammar

1. Ο κλάδος της γλωσσολογίας που ασχολείται με τη σύνταξη και τη μορφολογία (και μερικές φορές ασχολείται και με τη σημασιολογία)

συνώνυμο:
  • γραμματική

Examples of using

My grammar is poor.
Η γραμματική μου είναι φτωχή.
I need to polish up the grammar.
Πρέπει να γυαλίσω τη γραμματική.
Constructed languages either are simplified as much as possible, or their grammar lacks for harmony peculiar to natural languages. Both disadvantages emasculate the language.
Οι κατασκευασμένες γλώσσες είτε απλοποιούνται όσο το δυνατόν περισσότερο, είτε η γραμματική τους στερείται αρμονίας παράξενη. Και τα δύο μειονεκτήματα ευνοούν τη γλώσσα.