Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Graciousness

/greʃəsnəs/

noun

1. Excellence of manners or social conduct

    synonym:
  • graciousness

1. Αριστεία των τρόπων ή της κοινωνικής συμπεριφοράς

συνώνυμο:
  • ευγένεια

2. The quality of being kind and gentle

    synonym:
  • benignity
  • ,
  • benignancy
  • ,
  • graciousness

2. Η ποιότητα του να είσαι ευγενικός και ευγενικός

συνώνυμο:
  • καλοσύνη,
  • καλοήθεια,
  • ευγένεια