Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Getting

/gɛtɪŋ/

noun

1. The act of acquiring something

  • "I envied his talent for acquiring"
  • "He's much more interested in the getting than in the giving"
    synonym:
  • acquiring
  • ,
  • getting

1. Η πράξη της απόκτησης κάτι

  • "Ζηλεύω το ταλέντο του για την απόκτηση"
  • "Ενδιαφέρεται πολύ περισσότερο για το να πάρει παρά για το δόσιμο"
συνώνυμο:
  • απόκτηση,
  • παίρνω

Examples of using

It's getting beyond a joke!
Ξεπερνάει ένα αστείο!
The fun is just getting started.
Η διασκέδαση μόλις ξεκινά.
The weather is getting worse.
Ο καιρός χειροτερεύει.