Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Germ

/ʤərm/

noun

1. Anything that provides inspiration for later work

    synonym:
  • source
  • ,
  • seed
  • ,
  • germ

1. Οτιδήποτε παρέχει έμπνευση για μεταγενέστερη εργασία

συνώνυμο:
  • πηγή,
  • σπόρος,
  • μικρόβιο

2. A small apparently simple structure (as a fertilized egg) from which new tissue can develop into a complete organism

    synonym:
  • germ

2. Μια μικρή φαινομενικά απλή δομή (είναι ένα γονιμοποιημένο αυγό) από το οποίο ο νέος ιστός μπορεί να εξελιχθεί σε έναν πλήρη οργανισμό

συνώνυμο:
  • μικρόβιο

3. A minute life form (especially a disease-causing bacterium)

  • The term is not in technical use
    synonym:
  • microbe
  • ,
  • bug
  • ,
  • germ

3. Μια λεπτή μορφή ζωής (ειδικά ένα βακτήριο που προκαλεί ασθένεια

  • Ο όρος δεν είναι σε τεχνική χρήση
συνώνυμο:
  • μικρόβιο,
  • σφάλμα,
  • μικρόβιο