Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Gateway

/getwe/

noun

1. An entrance that can be closed by a gate

    synonym:
  • gateway

1. Μια είσοδος που μπορεί να κλείσει από μια πύλη

συνώνυμο:
  • πύλη