Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Galling

/gɔlɪŋ/

adjective

1. Causing irritation or annoyance

  • "Tapping an annoying rhythm on his glass with his fork"
  • "Aircraft noise is particularly bothersome near the airport"
  • "Found it galling to have to ask permission"
  • "An irritating delay"
  • "Nettlesome paperwork"
  • "A pesky mosquito"
  • "Swarms of pestering gnats"
  • "A plaguey newfangled safety catch"
  • "A teasing and persistent thought annoyed him"
  • "A vexatious child"
  • "It is vexing to have to admit you are wrong"
    synonym:
  • annoying
  • ,
  • bothersome
  • ,
  • galling
  • ,
  • irritating
  • ,
  • nettlesome
  • ,
  • pesky
  • ,
  • pestering
  • ,
  • pestiferous
  • ,
  • plaguy
  • ,
  • plaguey
  • ,
  • teasing
  • ,
  • vexatious
  • ,
  • vexing

1. Προκαλώντας ερεθισμό ή ενόχληση

  • "Πατώντας έναν ενοχλητικό ρυθμό στο ποτήρι του με το πιρούνι του"
  • "Ο θόρυβος του αεροσκάφους είναι ιδιαίτερα ενοχλητικός κοντά στο αεροδρόμιο"
  • "Το βρήκα χοληρό για να πρέπει να ζητήσω άδεια"
  • "Ερεθιστική καθυστέρηση"
  • "Δικτυωμένα χαρτιά"
  • "Ένα ενοχλητικό κουνούπι"
  • "Μπράτσα ελεύθερων σκατών"
  • "Μια πανούκλα αλιεύματα ασφαλείας"
  • "Μια πεινασμένη και επίμονη σκέψη τον ενόχλησε"
  • "Ένα πολύπλοκο παιδί"
  • "Είναι απαραίτητο να παραδεχτείς ότι κάνεις λάθος"
συνώνυμο:
  • ενοχλητικό,
  • ενοχλητικός,
  • αγχόνη,
  • ερεθιστικόσ,
  • τραγανόσ,
  • πέσκι,
  • ενοχλώ,
  • επιβλαβήσ,
  • πλαγία,
  • πανούκλα,
  • πειράγματα,
  • αποτρόπαιος,
  • παραπονιέμαι