Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Fusion

/fjuʒən/

noun

1. An occurrence that involves the production of a union

    synonym:
  • fusion
  • ,
  • merger
  • ,
  • unification

1. Ένα περιστατικό που περιλαμβάνει την παραγωγή μιας ένωσης

συνώνυμο:
  • σύντηξη,
  • συγχώνευση,
  • ενοποίηση

2. The state of being combined into one body

    synonym:
  • coalition
  • ,
  • fusion

2. Η κατάσταση της συνδυασμού σε ένα σώμα

συνώνυμο:
  • συνασπισμός,
  • σύντηξη

3. The merging of adjacent sounds or syllables or words

    synonym:
  • fusion

3. Η συγχώνευση παρακείμενων ήχων ή συλλαβών ή λέξεων

συνώνυμο:
  • σύντηξη

4. A nuclear reaction in which nuclei combine to form more massive nuclei with the simultaneous release of energy

    synonym:
  • fusion
  • ,
  • nuclear fusion
  • ,
  • nuclear fusion reaction

4. Μια πυρηνική αντίδραση στην οποία οι πυρήνες συνδυάζονται για να σχηματίσουν πιο ογκώδεις πυρήνες με την ταυτόχρονη απελευθέρωση ενέργειας

συνώνυμο:
  • σύντηξη,
  • πυρηνική σύντηξη,
  • αντίδραση πυρηνικής σύντηξης

5. The combining of images from the two eyes to form a single visual percept

    synonym:
  • fusion
  • ,
  • optical fusion

5. Ο συνδυασμός των εικόνων από τα δύο μάτια για να σχηματίσουν μια ενιαία οπτική αντίληψη

συνώνυμο:
  • σύντηξη,
  • οπτική σύντηξη

6. Correction of an unstable part of the spine by joining two or more vertebrae

  • Usually done surgically but sometimes done by traction or immobilization
    synonym:
  • fusion
  • ,
  • spinal fusion

6. Διόρθωση ενός ασταθούς τμήματος της σπονδυλικής στήλης ενώνοντας δύο ή περισσότερους σπονδύλους

  • Συνήθως γίνεται χειρουργικά αλλά μερικές φορές γίνεται με έλξη ή ακινητοποίηση
συνώνυμο:
  • σύντηξη,
  • σπονδυλοδεσία

7. The act of fusing (or melting) together

    synonym:
  • fusion

7. Η πράξη της σύντηξης (ορ τήξη) μαζί

συνώνυμο:
  • σύντηξη