Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "furnish" into Greek language

Μεταφραστική έννοια και ορισμός της λέξης "ερυθρό" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Furnish

[Επιπλωμένο]
/fərnɪʃ/

verb

1. Give something useful or necessary to

  • "We provided the room with an electrical heater"
    synonym:
  • supply
  • ,
  • provide
  • ,
  • render
  • ,
  • furnish

1. Δώστε κάτι χρήσιμο ή απαραίτητο για να

  • "Παρείχαμε στο δωμάτιο μια ηλεκτρική θερμάστρα"
συνώνυμο:
  • προμήθεια,
  • παρέχω,
  • αποδίδω,
  • παρέχω

2. Provide or equip with furniture

  • "We furnished the house in the biedermeyer style"
    synonym:
  • furnish

2. Παρέχετε ή εξοπλίστε με έπιπλα

  • "Επιπλώσαμε το σπίτι στο στυλ του μπιντερμαγιέ"
συνώνυμο:
  • παρέχω