Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "frugal" into Greek language

Μετάφραση που σημαίνει & ορισμός της λέξης "λιτή" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Frugal

[Λιτός]
/frugəl/

adjective

1. Avoiding waste

  • "An economical meal"
  • "An economical shopper"
  • "A frugal farmer"
  • "A frugal lunch"
  • "A sparing father and a spending son"
  • "Sparing in their use of heat and light"
  • "Stinting in bestowing gifts"
  • "Thrifty because they remember the great depression"
  • "`scotch' is used only informally"
    synonym:
  • economical
  • ,
  • frugal
  • ,
  • scotch
  • ,
  • sparing
  • ,
  • stinting

1. Αποφυγή απορριμμάτων

  • "Ένα οικονομικό γεύμα"
  • "Ένας οικονομικός αγοραστής"
  • "Ένας λιτός αγρότης"
  • "Ένα λιτό γεύμα"
  • "Ένας φειδωλός πατέρας και ένας γιος που ξοδεύει"
  • "Εξοικονόμηση στη χρήση θερμότητας και φωτός"
  • "Στέντινγκ στην παροχή δώρων"
  • "Θρυφτοί γιατί θυμούνται τη μεγάλη ύφεση"
  • "Το "`scotch" χρησιμοποιείται μόνο ανεπίσημα"
    συνώνυμο:
  • οικονομικός
  • ,
  • λιτός
  • ,
  • σκωτσέζικο
  • ,
  • φειδώ
  • ,
  • παρακολούθηση