Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Frightened

/fraɪtənd/

adjective

1. Made afraid

  • "The frightened child cowered in the corner"
  • "Too shocked and scared to move"
    synonym:
  • frightened
  • ,
  • scared

1. Φοβήθηκε

  • "Το φοβισμένο παιδί καρφώθηκε στη γωνία"
  • "Πολύ σοκαρισμένος και φοβισμένος να κινηθεί"
συνώνυμο:
  • φοβισμένος,
  • φοβισμένος

2. Thrown into a state of intense fear or desperation

  • "Became panicky as the snow deepened"
  • "Felt panicked before each exam"
  • "Trying to keep back the panic-stricken crowd"
  • "The terrified horse bolted"
    synonym:
  • panicky
  • ,
  • panicked
  • ,
  • panic-stricken
  • ,
  • panic-struck
  • ,
  • terrified
  • ,
  • frightened

2. Ρίχτηκε σε μια κατάσταση έντονου φόβου ή απελπισίας

  • "Πανικοβλήθηκε καθώς το χιόνι βάθυνε"
  • "Πανικοβλήθηκε πριν από κάθε εξέταση"
  • "Προσπαθώντας να κρατήσει πίσω το πλήθος που πλήττεται από τον πανικό"
  • "Το τρομοκρατημένο άλογο αμπαρώνει"
συνώνυμο:
  • πανικόβλητοσ,
  • πανικοβλήθηκε,
  • πανικός,
  • πανικός,
  • τρομοκρατημένος,
  • φοβισμένος

Examples of using

Tom's rough manner frightened the children.
Ο τραχύς τρόπος του Τομ τρόμαξε τα παιδιά.
We were frightened by a savage scream.
Φοβηθήκαμε από μια άγρια κραυγή.
Why was Tom frightened?
Γιατί φοβήθηκε ο Τομ?