Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "frier" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "φυσικό" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Frier

[Φρενοκομείο]
/fraɪər/

noun

1. Flesh of a medium-sized young chicken suitable for frying

    synonym:
  • fryer
  • ,
  • frier
  • ,
  • pullet

1. Σάρκα μεσαίου μεγέθους νεαρού κοτόπουλου κατάλληλη για τηγάνισμα

    συνώνυμο:
  • φριτέζα
  • ,
  • φρίντερ
  • ,
  • πολτός