Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Freethinker

/friθɪŋkər/

noun

1. A person who believes that god created the universe and then abandoned it

    synonym:
  • deist
  • ,
  • freethinker

1. Ένα άτομο που πιστεύει ότι ο θεός δημιούργησε το σύμπαν και στη συνέχεια το εγκατέλειψε

συνώνυμο:
  • ντεϊστήσ,
  • ελεύθερουσ