Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Freedom

/fridəm/

noun

1. The condition of being free

  • The power to act or speak or think without externally imposed restraints
    synonym:
  • freedom

1. Η κατάσταση του να είσαι ελεύθερος

  • Η δύναμη να ενεργείς ή να μιλάς ή να σκέφτεσαι χωρίς να επιβάλλεις εξωτερικά περιορισμούς
συνώνυμο:
  • ελευθερία

2. Immunity from an obligation or duty

    synonym:
  • exemption
  • ,
  • freedom

2. Ασυλία από υποχρέωση ή καθήκον

συνώνυμο:
  • απαλλαγή,
  • ελευθερία

Examples of using

Elections are the biggest illusion of freedom.
Οι εκλογές είναι η μεγαλύτερη ψευδαίσθηση της ελευθερίας.
I hope that one day, all human beings will live in a world of peace and freedom.
Ελπίζω ότι μια μέρα όλα τα ανθρώπινα όντα θα ζήσουν σε έναν κόσμο ειρήνης και ελευθερίας.
There is no freedom for the ignorant.
Δεν υπάρχει ελευθερία για τους αδαείς.