Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Forgivable

/fɔrgɪvəbəl/

adjective

1. Easily excused or forgiven

  • "A venial error"
    synonym:
  • excusable
  • ,
  • forgivable
  • ,
  • venial

1. Εύκολα συγχωρείται ή συγχωρείται

  • "Φλεβικό λάθος"
συνώνυμο:
  • δικαιολογημένοσ,
  • συγχωρητόσ,
  • φλεβική