Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Footprint

/fʊtprɪnt/

noun

1. A mark of a foot or shoe on a surface

  • "The police made casts of the footprints in the soft earth outside the window"
    synonym:
  • footprint
  • ,
  • footmark
  • ,
  • step

1. Ένα σημάδι ενός ποδιού ή παπουτσιού σε μια επιφάνεια

  • "Η αστυνομία έβγαλε από τα ίχνη της στη μαλακή γη έξω από το παράθυρο"
συνώνυμο:
  • αποτύπωμα,
  • υποπόδιο,
  • βήμα

2. A trace suggesting that something was once present or felt or otherwise important

  • "The footprints of an earlier civilization"
    synonym:
  • footprint

2. Ένα ίχνος που υποδηλώνει ότι κάτι ήταν κάποτε παρόν ή αισθητό ή κάτι άλλο σημαντικό

  • "Τα ίχνη ενός προηγούμενου πολιτισμού"
συνώνυμο:
  • αποτύπωμα

3. The area taken up by some object

  • "The computer had a desktop footprint of 10 by 16 inches"
    synonym:
  • footprint

3. Η περιοχή που καταλαμβάνεται από κάποιο αντικείμενο

  • "Ο υπολογιστής είχε ένα αποτύπωμα επιφάνειας εργασίας 10 επί 16 ίντσες"
συνώνυμο:
  • αποτύπωμα