Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Focal

/foʊkəl/

adjective

1. Having or localized centrally at a focus

  • "Focal point"
  • "Focal infection"
    synonym:
  • focal

1. Έχοντας ή εντοπισμένος κεντρικά σε μια εστίαση

  • "Εστιακό σημείο"
  • "Εστιακή λοίμωξη"
συνώνυμο:
  • εστιακός

2. Of or relating to a focus

  • "Focal length"
    synonym:
  • focal

2. Από ή σχετικά με μια εστίαση

  • "Εστιακό μήκος"
συνώνυμο:
  • εστιακός