Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "flush" into Greek language

Μετάφραση που σημαίνει & ορισμός της λέξης "ξέπλυμα" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Flush

[Ξεπλένω]
/fləʃ/

noun

1. The period of greatest prosperity or productivity

    synonym:
  • flower
  • ,
  • prime
  • ,
  • peak
  • ,
  • heyday
  • ,
  • bloom
  • ,
  • blossom
  • ,
  • efflorescence
  • ,
  • flush

1. Η περίοδος της μεγαλύτερης ευημερίας ή παραγωγικότητας

    συνώνυμο:
  • λουλούδι
  • ,
  • πρώτος
  • ,
  • κορυφή
  • ,
  • ακμή
  • ,
  • ανθίζω
  • ,
  • άνθος
  • ,
  • ανθοφορία
  • ,
  • ξεπλένω

2. A rosy color (especially in the cheeks) taken as a sign of good health

    synonym:
  • bloom
  • ,
  • blush
  • ,
  • flush
  • ,
  • rosiness

2. Ένα ρόδινο χρώμα (ειδικά στα μάγουλα) που λαμβάνεται ως ένδειξη καλής υγείας

    συνώνυμο:
  • ανθίζω
  • ,
  • κοκκινίζω
  • ,
  • ξεπλένω
  • ,
  • ωχρότητα

3. Sudden brief sensation of heat (associated with menopause and some mental disorders)

    synonym:
  • hot flash
  • ,
  • flush

3. Ξαφνική σύντομη αίσθηση θερμότητας (που σχετίζεται με την εμμηνόπαυση και ορισμένες ψυχικές διαταραχές)

    συνώνυμο:
  • καυτή λάμψη
  • ,
  • ξεπλένω

4. A poker hand with all 5 cards in the same suit

    synonym:
  • flush

4. Ένα χέρι πόκερ με όλα τα 5 φύλλα στο ίδιο χρώμα

    συνώνυμο:
  • ξεπλένω

5. The swift release of a store of affective force

  • "They got a great bang out of it"
  • "What a boot!"
  • "He got a quick rush from injecting heroin"
  • "He does it for kicks"
    synonym:
  • bang
  • ,
  • boot
  • ,
  • charge
  • ,
  • rush
  • ,
  • flush
  • ,
  • thrill
  • ,
  • kick

5. Η γρήγορη απελευθέρωση μιας αποθήκης συναισθηματικής δύναμης

  • "Πήραν ένα μεγάλο μπαμ από αυτό"
  • "Τι μπότα!"
  • "Βιάστηκε γρήγορα από την ένεση ηρωίνης"
  • "Το κάνει για κλωτσιές"
    συνώνυμο:
  • μπαμ
  • ,
  • μπότα
  • ,
  • χρέωση
  • ,
  • βιασύνη
  • ,
  • ξεπλένω
  • ,
  • συγκίνηση
  • ,
  • κλωτσιά

6. A sudden rapid flow (as of water)

  • "He heard the flush of a toilet"
  • "There was a little gush of blood"
  • "She attacked him with an outpouring of words"
    synonym:
  • flush
  • ,
  • gush
  • ,
  • outpouring

6. Μια ξαφνική ταχεία ροή (όπως το νερό)

  • "Άκουσε το ξέπλυμα μιας τουαλέτας"
  • "Υπήρχε μια μικρή ανάβλυση αίματος"
  • "Του επιτέθηκε με μια έκρηξη λέξεων"
    συνώνυμο:
  • ξεπλένω
  • ,
  • αναβλύζει
  • ,
  • εκχέω

7. Sudden reddening of the face (as from embarrassment or guilt or shame or modesty)

    synonym:
  • blush
  • ,
  • flush

7. Ξαφνικό κοκκίνισμα του προσώπου (όπως από αμηχανία ή ενοχή ή ντροπή ή σεμνότητα)

    συνώνυμο:
  • κοκκινίζω
  • ,
  • ξεπλένω

verb

1. Turn red, as if in embarrassment or shame

  • "The girl blushed when a young man whistled as she walked by"
    synonym:
  • blush
  • ,
  • crimson
  • ,
  • flush
  • ,
  • redden

1. Γίνε κόκκινος, σαν σε αμηχανία ή ντροπή

  • "Το κορίτσι κοκκίνισε όταν ένας νεαρός σφύριξε καθώς περνούσε"
    συνώνυμο:
  • κοκκινίζω
  • ,
  • κατακόκκινο
  • ,
  • ξεπλένω
  • ,
  • redden

2. Flow freely

  • "The garbage flushed down the river"
    synonym:
  • flush

2. Να ρέει ελεύθερα

  • "Τα σκουπίδια ξεπλύθηκαν στο ποτάμι"
    συνώνυμο:
  • ξεπλένω

3. Glow or cause to glow with warm color or light

  • "The sky flushed with rosy splendor"
    synonym:
  • flush

3. Λάμψη ή αιτία λάμψης με ζεστό χρώμα ή φως

  • "Ο ουρανός ξεπλύθηκε από ροδαλή λαμπρότητα"
    συνώνυμο:
  • ξεπλένω

4. Make level or straight

  • "Level the ground"
    synonym:
  • flush
  • ,
  • level
  • ,
  • even out
  • ,
  • even

4. Κάντε επίπεδο ή ευθεία

  • "Ισοπέδωσε το έδαφος"
    συνώνυμο:
  • ξεπλένω
  • ,
  • επίπεδο
  • ,
  • ακόμη και έξω
  • ,
  • ακόμη και

5. Rinse, clean, or empty with a liquid

  • "Flush the wound with antibiotics"
  • "Purge the old gas tank"
    synonym:
  • flush
  • ,
  • scour
  • ,
  • purge

5. Ξεπλύνετε, καθαρίστε ή αδειάστε με ένα υγρό

  • "Ξεπλύνετε την πληγή με αντιβιοτικά"
  • "Καθαρίστε την παλιά δεξαμενή αερίου"
    συνώνυμο:
  • ξεπλένω
  • ,
  • τρίβω
  • ,
  • εκκαθάριση

6. Irrigate with water from a sluice

  • "Sluice the earth"
    synonym:
  • sluice
  • ,
  • flush

6. Ποτίζετε με νερό από ένα φράγμα

  • "Σλούις η γη"
    συνώνυμο:
  • φράγμα
  • ,
  • ξεπλένω

7. Cause to flow or flood with or as if with water

  • "Flush the meadows"
    synonym:
  • flush

7. Αιτία να ρέει ή να πλημμυρίζει με ή σαν με νερό

  • "Ξεπλύνετε τα λιβάδια"
    συνώνυμο:
  • ξεπλένω

adjective

1. Of a surface exactly even with an adjoining one, forming the same plane

  • "A door flush with the wall"
  • "The bottom of the window is flush with the floor"
    synonym:
  • flush(p)

1. Μιας επιφάνειας ακριβώς ομοιόμορφης με μια παρακείμενη, που σχηματίζει το ίδιο επίπεδο

  • "Μια πόρτα στο ίδιο επίπεδο με τον τοίχο"
  • "Το κάτω μέρος του παραθύρου είναι στο ίδιο επίπεδο με το πάτωμα"
    συνώνυμο:
  • flush(p)

2. Having an abundant supply of money or possessions of value

  • "An affluent banker"
  • "A speculator flush with cash"
  • "Not merely rich but loaded"
  • "Moneyed aristocrats"
  • "Wealthy corporations"
    synonym:
  • affluent
  • ,
  • flush
  • ,
  • loaded
  • ,
  • moneyed
  • ,
  • wealthy

2. Έχοντας άφθονη προσφορά χρημάτων ή περιουσιακών στοιχείων αξίας

  • "Ένας εύπορος τραπεζίτης"
  • "Ένας κερδοσκόπος στο ίδιο επίπεδο με μετρητά"
  • "Όχι απλώς πλούσιος αλλά φορτωμένος"
  • "Χρηματιστές αριστοκράτες"
  • "Πλούσιες εταιρείες"
    συνώνυμο:
  • εύπορος
  • ,
  • ξεπλένω
  • ,
  • φορτωμένος
  • ,
  • χρηματικά
  • ,
  • πλούσιος

adverb

1. Squarely or solidly

  • "Hit him flush in the face"
    synonym:
  • flush

1. Τετράγωνα ή σταθερά

  • "Χτύπα τον στο πρόσωπο"
    συνώνυμο:
  • ξεπλένω

2. In the same plane

  • "Set it flush with the top of the table"
    synonym:
  • flush

2. Στο ίδιο αεροπλάνο

  • "Βάλτε το στο ίδιο επίπεδο με το πάνω μέρος του τραπεζιού"
    συνώνυμο:
  • ξεπλένω