Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Fluency

/fluənsi/

noun

1. Powerful and effective language

  • "His eloquence attracted a large congregation"
  • "Fluency in spoken and written english is essential"
  • "His oily smoothness concealed his guilt from the police"
    synonym:
  • eloquence
  • ,
  • fluency
  • ,
  • smoothness

1. Ισχυρή και αποτελεσματική γλώσσα

  • "Η ευγλωττία του προσέλκυσε μια μεγάλη εκκλησία"
  • "Η επιρροή στα προφορικά και γραπτά αγγλικά είναι απαραίτητη"
  • "Η λιπαρή ομαλότητά του έκρυψε την ενοχή του από την αστυνομία"
συνώνυμο:
  • ευγλωττία,
  • ευχέρεια,
  • ομαλότητα

2. Skillfulness in speaking or writing

    synonym:
  • fluency

2. Επιδεξιότητα στην ομιλία ή στη γραφή

συνώνυμο:
  • ευχέρεια

3. The quality of being facile in speech and writing

    synonym:
  • fluency
  • ,
  • volubility
  • ,
  • articulateness

3. Η ποιότητα του να είσαι εύκολος στην ομιλία και τη γραφή

συνώνυμο:
  • ευχέρεια,
  • διαλυτότητα,
  • αρθρωτότητα

Examples of using

I was amazed at Tom's fluency in French.
Έμεινα έκπληκτος από την ευχέρεια του Τομ στα γαλλικά.
I was amazed at the fluency with which the boy spoke French.
Έμεινα έκπληκτος από την ευχέρεια με την οποία το αγόρι μιλούσε γαλλικά.
I'm amazed at your fluency in English.
Είμαι έκπληκτος με την ευχέρειά σας στα αγγλικά.