Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Fissure

/fɪʃər/

noun

1. A long narrow depression in a surface

    synonym:
  • crevice
  • ,
  • cranny
  • ,
  • crack
  • ,
  • fissure
  • ,
  • chap

1. Μια μακρά στενή κατάθλιψη σε μια επιφάνεια

συνώνυμο:
  • ρωγμή,
  • κρανίο,
  • ραβδίζω,
  • σχίζω,
  • παρεκκλήσι

2. A long narrow opening

    synonym:
  • crack
  • ,
  • cleft
  • ,
  • crevice
  • ,
  • fissure
  • ,
  • scissure

2. Ένα μακρύ στενό άνοιγμα

συνώνυμο:
  • ραβδίζω,
  • παραπονιέται,
  • ρωγμή,
  • σχίζω,
  • ψαλίδι

3. (anatomy) a long narrow slit or groove that divides an organ into lobes

    synonym:
  • fissure

3. (ανατομί) μια μακρά στενή σχισμή ή αυλάκι που χωρίζει ένα όργανο σε λοβούς

συνώνυμο:
  • σχίζω

verb

1. Break into fissures or fine cracks

    synonym:
  • fissure

1. Σπάστε σε σχισμές ή λεπτές ρωγμές

συνώνυμο:
  • σχίζω