Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "fisherman" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "ψαράς" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Fisherman

[Ψαράδεσ]
/fɪʃərmæn/

noun

1. Someone whose occupation is catching fish

    synonym:
  • fisherman
  • ,
  • fisher

1. Κάποιος του οποίου η κατοχή πιάνει ψάρια

    συνώνυμο:
  • ψαράς
  • ,
  • ψαράσ