Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Film

/fɪlm/

noun

1. A form of entertainment that enacts a story by sound and a sequence of images giving the illusion of continuous movement

  • "They went to a movie every saturday night"
  • "The film was shot on location"
    synonym:
  • movie
  • ,
  • film
  • ,
  • picture
  • ,
  • moving picture
  • ,
  • moving-picture show
  • ,
  • motion picture
  • ,
  • motion-picture show
  • ,
  • picture show
  • ,
  • pic
  • ,
  • flick

1. Μια μορφή ψυχαγωγίας που εφαρμόζει μια ιστορία από τον ήχο και μια ακολουθία εικόνων που δίνουν την ψευδαίσθηση της συνεχούς κίνησης

  • "Πήγαιναν σε μια ταινία κάθε σάββατο βράδυ"
  • "Η ταινία γυρίστηκε στην τοποθεσία"
συνώνυμο:
  • ταινία,
  • ταινία,
  • εικόνα,
  • κινούμενη εικόνα,
  • παράσταση κινούμενης εικόνας,
  • ταινία,
  • επίδειξη κίνησης-εικόνας,
  • εικόνα,
  • φωτογραφία,
  • παίζω

2. A medium that disseminates moving pictures

  • "Theater pieces transferred to celluloid"
  • "This story would be good cinema"
  • "Film coverage of sporting events"
    synonym:
  • film
  • ,
  • cinema
  • ,
  • celluloid

2. Ένα μέσο που διαδίδει κινούμενες εικόνες

  • "Τα κομμάτια του θεάτρου μεταφέρονται σε κυτταρινοειδή"
  • "Η ιστορία αυτή θα ήταν καλός κινηματογράφος"
  • "Κάλυψη ταινιών αθλητικών εκδηλώσεων"
συνώνυμο:
  • ταινία,
  • κινηματογράφος,
  • κυτταρινοειδήσ

3. Photographic material consisting of a base of celluloid covered with a photographic emulsion

  • Used to make negatives or transparencies
    synonym:
  • film
  • ,
  • photographic film

3. Φωτογραφικό υλικό που αποτελείται από βάση κυτταρινοειδούς καλυμμένης με φωτογραφικό γαλάκτωμα

  • Χρησιμοποιείται για να κάνει αρνητικά ή διαφάνειες
συνώνυμο:
  • ταινία,
  • φωτογραφική ταινία

4. A thin coating or layer

  • "The table was covered with a film of dust"
    synonym:
  • film

4. Μια λεπτή επίστρωση ή στρώμα

  • "Το τραπέζι ήταν καλυμμένο με μια ταινία σκόνης"
συνώνυμο:
  • ταινία

5. A thin sheet of (usually plastic and usually transparent) material used to wrap or cover things

    synonym:
  • film
  • ,
  • plastic film

5. Ένα λεπτό φύλλο (συνήθως πλαστικό και συνήθως διαφανές) υλικό που χρησιμοποιείται για να τυλίξει ή να καλύψει τα πράγματα

συνώνυμο:
  • ταινία,
  • πλαστική ταινία

verb

1. Make a film or photograph of something

  • "Take a scene"
  • "Shoot a movie"
    synonym:
  • film
  • ,
  • shoot
  • ,
  • take

1. Κάντε μια ταινία ή μια φωτογραφία από κάτι

  • "Πάρε μια σκηνή"
  • "Πυροβολήστε μια ταινία"
συνώνυμο:
  • ταινία,
  • πυροβολώ,
  • παίρνω

2. Record in film

  • "The coronation was filmed"
    synonym:
  • film

2. Ρεκόρ στην ταινία

  • "Η στέψη γυρίστηκε"
συνώνυμο:
  • ταινία

Examples of using

The film received mixed reviews.
Η ταινία έλαβε μικτές κριτικές.
I want to be a film star.
Θέλω να γίνω σταρ του κινηματογράφου.
I'd like to see the sixth film of Harry Potter.
Θα ήθελα να δω την έκτη ταινία του Χάρι Πότερ.