Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Figment

/fɪgmɪnt/

noun

1. A contrived or fantastic idea

  • "A figment of the imagination"
    synonym:
  • figment

1. Μια επινοημένη ή φανταστική ιδέα

  • "Ένα αποτύπωμα της φαντασίας"
συνώνυμο:
  • εικασία

Examples of using

What he saw wasn't a ghost but just a figment of his imagination.
Αυτό που είδε δεν ήταν φάντασμα, αλλά απλά ένα αποτύπωμα της φαντασίας του.