Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Faster

/fæstər/

adverb

1. More quickly

    synonym:
  • quicker
  • ,
  • faster

1. Πιο γρήγορα

συνώνυμο:
  • γρηγορότερα,
  • γρηγορότερα

Examples of using

To go faster you'd better go alone, to go further you'd better go with someone.
Για να πάτε πιο γρήγορα καλύτερα να πάτε μόνοι σας, για να προχωρήσετε περισσότερο θα πρέπει να πάτε με κάποιον.
When she walked through the door, my heart began to beat faster.
Όταν περπάτησε μέσα από την πόρτα, η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει πιο γρήγορα.
That's a faster way.
Αυτός είναι ένας πιο γρήγορος τρόπος.