Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Farsighted

/fɑrsaɪtəd/

adjective

1. Able to see distant objects clearly

    synonym:
  • farsighted
  • ,
  • presbyopic

1. Ικανός να δει μακρινά αντικείμενα καθαρά

συνώνυμο:
  • υπερμετρωπία,
  • πρεσβυωπικόσ

2. Planning prudently for the future

  • "Large goals that required farsighted policies"
  • "Took a long view of the geopolitical issues"
    synonym:
  • farseeing
  • ,
  • farsighted
  • ,
  • foresighted
  • ,
  • foresightful
  • ,
  • prospicient
  • ,
  • long
  • ,
  • longsighted

2. Προγραμματίζουν με σύνεση για το μέλλον

  • "Μεγάλοι στόχοι που απαιτούσαν υπερμετρωπία"
  • "Έχει μακρά άποψη για τα γεωπολιτικά ζητήματα"
συνώνυμο:
  • περιπέτεια,
  • υπερμετρωπία,
  • προνοητικόσ,
  • προνοητικόσ,
  • αναισθητικόσ,
  • μακρύς,
  • μακρότατοσ