Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Famous

/feməs/

adjective

1. Widely known and esteemed

  • "A famous actor"
  • "A celebrated musician"
  • "A famed scientist"
  • "An illustrious judge"
  • "A notable historian"
  • "A renowned painter"
    synonym:
  • celebrated
  • ,
  • famed
  • ,
  • far-famed
  • ,
  • famous
  • ,
  • illustrious
  • ,
  • notable
  • ,
  • noted
  • ,
  • renowned

1. Ευρέως γνωστό και εκτιμημένο

  • "Ένας διάσημος ηθοποιός"
  • "Ένας διάσημος μουσικός"
  • "Ένας διάσημος επιστήμονας"
  • "Ένας επιφανής δικαστής"
  • "Αξιοσημείωτος ιστορικός"
  • "Γνωστός ζωγράφος"
συνώνυμο:
  • γιορτάζεται,
  • φημισμένος,
  • αφηρημένοσ,
  • διάσημος,
  • επιφανής,
  • αξιοσημείωτοσ,
  • σημειώνω,
  • διάσημος

Examples of using

Tom is always quoting some famous person.
Ο Τομ πάντα αναφέρει κάποιο διάσημο άτομο.
We made sure that Vileyka people are reasonedly famous for their hospitality.
Διασφαλίσαμε ότι οι άνθρωποι της Βιλεύκας είναι λογικά διάσημοι για τη φιλοξενία τους.
The famous song "Ave Maria" was composed by Schubert.
Το διάσημο τραγούδι "Αβέ Μαρία" συντέθηκε από τον Σούμπερτ.