Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Fallen

/fɑlən/

adjective

1. Having dropped by the force of gravity

  • "Fallen leaves covered the forest floor"
  • "Sat on a fallen tree trunk"
    synonym:
  • fallen

1. Έχοντας πέσει από τη δύναμη της βαρύτητας

  • "Τα φύλλα που έπεσαν κάλυψαν το δασικό πάτωμα"
  • "Κάθισε σε έναν πεσμένο κορμό δέντρου"
συνώνυμο:
  • πεσμένος

2. Having fallen in or collapsed

  • "A fallen building"
    synonym:
  • fallen

2. Έχοντας πέσει ή καταρρεύσει

  • "Ένα πεσμένο κτίριο"
συνώνυμο:
  • πεσμένος

3. Having lost your chastity

  • "A fallen woman"
    synonym:
  • fallen

3. Έχοντας χάσει την αγνότητά σου

  • "Μια πεσμένη γυναίκα"
συνώνυμο:
  • πεσμένος

4. Killed in battle

  • "To honor fallen soldiers"
    synonym:
  • fallen

4. Σκοτώθηκε στη μάχη

  • "Για να τιμήσουμε τους πεσμένους στρατιώτες"
συνώνυμο:
  • πεσμένος

Examples of using

Only a few drops of rain have fallen.
Μόνο λίγες σταγόνες βροχής έχουν πέσει.
Tom has already fallen asleep.
Ο Τομ έχει ήδη αποκοιμηθεί.
The fallen tree barred our way.
Το πεσμένο δέντρο μας απέτρεψε το δρόμο.