Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Fain

/fen/

adjective

1. Having made preparations

  • "Prepared to take risks"
    synonym:
  • disposed(p)
  • ,
  • fain
  • ,
  • inclined(p)
  • ,
  • prepared

1. Έχοντας κάνει προετοιμασίες

  • "Προετοιμασμένοι να αναλάβουν κινδύνους"
συνώνυμο:
  • ΔΙΣ()<TAG1>,
  • φάιν,
  • κεκλιν(),
  • προετοιμασμένος

adverb

1. In a willing manner

  • "This was gladly agreed to"
  • "I would fain do it"
    synonym:
  • gladly
  • ,
  • lief
  • ,
  • fain

1. Με πρόθυμο τρόπο

  • "Αυτό συμφωνήθηκε με χαρά"
  • "Θα το έκανα"
συνώνυμο:
  • ευχαρίστως,
  • αναφλέγω,
  • φάιν