Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Eyesight

/aɪsaɪt/

noun

1. Normal use of the faculty of vision

    synonym:
  • eyesight
  • ,
  • seeing
  • ,
  • sightedness

1. Η κανονική χρήση της σχολής του οράματος

συνώνυμο:
  • όραση,
  • βλέποντασ,
  • παρατήρηση

Examples of using

Tom has eyesight problems.
Ο Τομ έχει προβλήματα όρασης.
Tom lost his eyesight.
Ο Τομ έχασε την όρασή του.
Tom has poor eyesight.
Ο Τομ έχει κακή όραση.