Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Expressed

/ɪksprɛst/

adjective

1. Communicated in words

  • "Frequently uttered sentiments"
    synonym:
  • expressed
  • ,
  • uttered
  • ,
  • verbalized
  • ,
  • verbalised

1. Επικοινωνούν με λέξεις

  • "Συχνά εκφρασμένα συναισθήματα"
συνώνυμο:
  • εκφράζεται,
  • εκφωνώ,
  • εκφράζω λεκτικά,
  • εκφράζω λεκτικά

2. Precisely and clearly expressed or readily observable

  • Leaving nothing to implication
  • "Explicit instructions"
  • "She made her wishes explicit"
  • "Explicit sexual scenes"
    synonym:
  • explicit
  • ,
  • expressed

2. Ακριβώς και σαφώς εκφρασμένο ή εύκολα παρατηρήσιμο

  • Μην αφήνετε τίποτα στην εμπλοκή
  • "Σαφείς οδηγίες"
  • "Έκανε τις επιθυμίες της σαφείς"
  • "Σεξουαλικές σκηνές"
συνώνυμο:
  • ρητός,
  • εκφράζεται

Examples of using

He expressed his dissatisfaction.
Εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του.
Her smile expressed her thanks.
Το χαμόγελό της την εξέφρασε ευχαριστώ.
He expressed regret over the affair.
Εξέφρασε τη λύπη του για την υπόθεση.