Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Exponentially

/ɛkspoʊnɛnʃəli/

adverb

1. In an exponential manner

  • "Inflation is growing exponentially"
    synonym:
  • exponentially

1. Με εκθετικό τρόπο

  • "Ο πληθωρισμός αυξάνεται εκθετικά"
συνώνυμο:
  • εκθετικά