Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Explosive

/ɪksploʊsɪv/

noun

1. A chemical substance that undergoes a rapid chemical change (with the production of gas) on being heated or struck

    synonym:
  • explosive

1. Μια χημική ουσία που υφίσταται ταχεία χημική αλλαγή (με την παραγωγή αε) να θερμανθεί ή να χτυπηθεί

συνώνυμο:
  • εκρηκτικός

adjective

1. Serving to explode or characterized by explosion or sudden outburst

  • "An explosive device"
  • "Explosive gas"
  • "Explosive force"
  • "Explosive violence"
  • "An explosive temper"
    synonym:
  • explosive

1. Χρησιμεύει για να εκραγεί ή χαρακτηρίζεται από έκρηξη ή ξαφνική έκρηξη

  • "Εκρηκτική συσκευή"
  • "Εκρηκτικό αέριο"
  • "Εκρηκτική δύναμη"
  • "Εκρηκτική βία"
  • "Εκρηκτική ιδιοσυγκρασία"
συνώνυμο:
  • εκρηκτικός

2. Liable to lead to sudden change or violence

  • "An explosive issue"
  • "A volatile situation with troops and rioters eager for a confrontation"
    synonym:
  • explosive
  • ,
  • volatile

2. Υπόκειται σε ξαφνική αλλαγή ή βία

  • "Εκρηκτικό ζήτημα"
  • "Μια ασταθής κατάσταση με στρατεύματα και εξεγερμένους πρόθυμους για μια αντιπαράθεση"
συνώνυμο:
  • εκρηκτικός,
  • πτητικός

3. Sudden and loud

  • "An explosive laugh"
    synonym:
  • explosive

3. Ξαφνικά και δυνατά

  • "Ένα εκρηκτικό γέλιο"
συνώνυμο:
  • εκρηκτικός