Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Explicitly

/ɪksplɪsətli/

adverb

1. In an explicit manner

  • "In his foreword professor clark puts it explicitly"
    synonym:
  • explicitly

1. Με σαφή τρόπο

  • "Στον πρόλογό του ο καθηγητής κλαρκ το θέτει ρητά"
συνώνυμο:
  • ρητά

Examples of using

I don't like it when mathematicians who know much more than I do can't express themselves explicitly.
Δεν μου αρέσει όταν οι μαθηματικοί που γνωρίζουν πολύ περισσότερα από ό, τι εγώ δεν μπορούν να εκφραστούν ρητά.