Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Expectant

/ɪkspɛktənt/

adjective

1. Marked by eager anticipation

  • "An expectant hush"
    synonym:
  • anticipant
  • ,
  • anticipative
  • ,
  • expectant

1. Χαρακτηρίζεται από πρόθυμη προσμονή

  • "Μια μέλλουσα απάτη"
συνώνυμο:
  • προβλεπόμενοσ,
  • προβλεπτικόσ,
  • προσδοκώμενοσ

2. In an advanced stage of pregnancy

  • "Was big with child"
  • "Was great with child"
    synonym:
  • big(p)
  • ,
  • enceinte
  • ,
  • expectant
  • ,
  • gravid
  • ,
  • great(p)
  • ,
  • large(p)
  • ,
  • heavy(p)
  • ,
  • with child(p)

2. Σε προχωρημένο στάδιο εγκυμοσύνης

  • "Ήταν μεγάλο με το παιδί"
  • "Ήταν υπέροχα με το παιδί"
συνώνυμο:
  • μισ()<TAG1>,
  • εντσέιντε,
  • προσδοκώμενοσ,
  • βαρυτικόσ,
  • μεγάλη()<TAG1>,
  • μεγάλη()<TAG1>,
  • βα()<TAG1>,
  • με παιδί()