Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Exhale

/ɛkshel/

verb

1. Expel air

  • "Exhale when you lift the weight"
    synonym:
  • exhale
  • ,
  • expire
  • ,
  • breathe out

1. Αποβάλλω τον αέρα

  • "Εξηγηθείτε όταν σηκώνετε το βάρος"
συνώνυμο:
  • εκπνέω,
  • λήγω,
  • εκπνέω

2. Give out (breath or an odor)

  • "The chimney exhales a thick smoke"
    synonym:
  • exhale
  • ,
  • give forth
  • ,
  • emanate

2. Δώστε έξω (αναπνοή ή οσμή)

  • "Η καμινάδα εκπνέει έναν παχύ καπνό"
συνώνυμο:
  • εκπνέω,
  • παραδίδω,
  • πηγάζει