Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Excruciating

/ɪkskruʃietɪŋ/

adjective

1. Extremely painful

    synonym:
  • agonizing
  • ,
  • agonising
  • ,
  • excruciating
  • ,
  • harrowing
  • ,
  • torturing
  • ,
  • torturous
  • ,
  • torturesome

1. Εξαιρετικά οδυνηρό

συνώνυμο:
  • αγωνιώδησ,
  • αγωνιώδησ,
  • βασανιστικός,
  • παραπονιέμαι,
  • βασανιστήρια,
  • βασανιστικόσ,
  • βασανιστικόσ

Examples of using

My pain is excruciating.
Ο πόνος μου είναι βασανιστικός.
Listening to the orator's incoherent ramblings was excruciating.
Η ακρόαση των ασυνάρτητων περιπτώσεων του ρήτορα ήταν βασανιστική.