Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Exclaiming

/ɪksklemɪŋ/

noun

1. An abrupt excited utterance

  • "She gave an exclamation of delight"
  • "There was much exclaiming over it"
    synonym:
  • exclamation
  • ,
  • exclaiming

1. Μια απότομη ενθουσιασμένη ομιλία

  • "Έδωσε μια απόλαυση απόλαυσης"
  • "Υπήρχε πολλή αξίωση πάνω σε αυτό"
συνώνυμο:
  • αποφυγή,
  • αναφωνώ