Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "exalt" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "εξερεύνηση" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Exalt

[Εξώφυλλο]
/ɪgzɔlt/

verb

1. Praise, glorify, or honor

  • "Extol the virtues of one's children"
  • "Glorify one's spouse's cooking"
    synonym:
  • laud
  • ,
  • extol
  • ,
  • exalt
  • ,
  • glorify
  • ,
  • proclaim

1. Δόξα, δόξα ή τιμή

  • "Εξαλείψτε τις αρετές των παιδιών κάποιου"
  • "Χλωρίστε το μαγείρεμα του συζύγου"
συνώνυμο:
  • λαούντ,
  • εξωθώ,
  • υψώνω,
  • δοξάζω,
  • διακηρύσσω

2. Fill with sublime emotion

  • "The children were thrilled at the prospect of going to the movies"
  • "He was inebriated by his phenomenal success"
    synonym:
  • exhilarate
  • ,
  • tickle pink
  • ,
  • inebriate
  • ,
  • thrill
  • ,
  • exalt
  • ,
  • beatify

2. Γεμίστε με υπέροχο συναίσθημα

  • "Τα παιδιά ήταν ενθουσιασμένα με την προοπτική να πάνε στις ταινίες"
  • "Ήταν ανίκανος από την επιτυχία του"
συνώνυμο:
  • χαροποιώ,
  • γαργάλημα ροζ,
  • μεθάω,
  • συγκίνηση,
  • υψώνω,
  • νικητοποιώ

3. Heighten or intensify

  • "These paintings exalt the imagination"
    synonym:
  • inspire
  • ,
  • animate
  • ,
  • invigorate
  • ,
  • enliven
  • ,
  • exalt

3. Αυξήστε ή εντείνετε

  • "Αυτοί οι πίνακες εξυψώνουν τη φαντασία"
συνώνυμο:
  • εμπνέω,
  • ζωντανεύω,
  • αναζωογονώ,
  • ζωντανεύω,
  • υψώνω

4. Raise in rank, character, or status

  • "Exalted the humble shoemaker to the rank of king's adviser"
    synonym:
  • exalt

4. Αύξηση της τάξης, του χαρακτήρα ή της κατάστασης

  • "Εξέτασε τον ταπεινό τσαγκάρη στο βαθμό του συμβούλου του βασιλιά"
συνώνυμο:
  • υψώνω