Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Euphemistically

/jufəmɪstɪkli/

adverb

1. In a euphemistic manner

  • "His violent death was euphemistically referred to as a passing away"
    synonym:
  • euphemistically

1. Με ευφημιστικό τρόπο

  • "Ο βίαιος θάνατός του ήταν ευφημιστικά αναφερόμενος ως αποβίβαση"
συνώνυμο:
  • ευφημιστικά