Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Ethnology

/ɛθnɑləʤi/

noun

1. The branch of anthropology that deals with the division of humankind into races and with their origins and distribution and distinctive characteristics

    synonym:
  • ethnology

1. Ο κλάδος της ανθρωπολογίας που ασχολείται με τη διαίρεση της ανθρωπότητας σε φυλές και με την προέλευση και τη διανομή τους

συνώνυμο:
  • εθνολογία