Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Eschatological

/ɛskətəlɑʤɪkəl/

adjective

1. Of or relating to or dealing with or regarding the ultimate destiny of mankind and the world

    synonym:
  • eschatological

1. Σχετίζονται ή αντιμετωπίζουν ή σχετίζονται με την τελική μοίρα της ανθρωπότητας και του κόσμου

συνώνυμο:
  • εσχατολογική