Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Escalator

/ɛskəletər/

noun

1. A clause in a contract that provides for an increase or a decrease in wages or prices or benefits etc. depending on certain conditions (as a change in the cost of living index)

    synonym:
  • escalator clause
  • ,
  • escalator

1. Ρήτρα σε σύμβαση που προβλέπει αύξηση ή μείωση μισθών ή παροχών κλπ. ανάλογα με ορισμένες προϋποθέσεις (αλλαγή στο κόστος ζωής του δείκτη)

συνώνυμο:
  • ρήτρα κυλιόμενης σκάλας,
  • κυλιόμενη σκάλα

2. A stairway whose steps move continuously on a circulating belt

    synonym:
  • escalator
  • ,
  • moving staircase
  • ,
  • moving stairway

2. Μια σκάλα της οποίας τα βήματα κινούνται συνεχώς σε μια κυκλοφορούντα ζώνη

συνώνυμο:
  • κυλιόμενη σκάλα,
  • μετακινούμενη σκάλα,
  • κινούμενη σκάλα

Examples of using

If you try to defend the seniority-based corporate escalator these days all you'll get is flak from younger employees.
Αν προσπαθήσετε να υπερασπιστείτε την εταιρική κυλιόμενη σκάλα που βασίζεται στην αρχαιότητα αυτές τις μέρες το μόνο που θα πάρετε.