Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Erudition

/ɛrədɪʃən/

noun

1. Profound scholarly knowledge

    synonym:
  • eruditeness
  • ,
  • erudition
  • ,
  • learnedness
  • ,
  • learning
  • ,
  • scholarship
  • ,
  • encyclopedism
  • ,
  • encyclopaedism

1. Βαθιά επιστημονική γνώση

συνώνυμο:
  • ευφράδεια,
  • ερυθρότητα,
  • μαθητεία,
  • μάθηση,
  • υποτροφία,
  • εγκυκλοπαιδικότητα,
  • εγκυκλοπαιδικότητα