Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Epic

/ɛpɪk/

noun

1. A long narrative poem telling of a hero's deeds

    synonym:
  • epic poem
  • ,
  • heroic poem
  • ,
  • epic
  • ,
  • epos

1. Ένα μακρύ αφηγηματικό ποίημα που λέει για τις πράξεις ενός ήρωα

συνώνυμο:
  • επικό ποίημα,
  • ηρωικό ποίημα,
  • επίκ,
  • έποσ

adjective

1. Very imposing or impressive

  • Surpassing the ordinary (especially in size or scale)
  • "An epic voyage"
  • "Of heroic proportions"
  • "Heroic sculpture"
    synonym:
  • epic
  • ,
  • heroic
  • ,
  • larger-than-life

1. Πολύ επιβλητικό ή εντυπωσιακό

  • Ξεπερνώντας το συνηθισμένο (ειδικά σε μέγεθος ή κλίμακα)
  • "Ένα επικό ταξίδι"
  • "Ηρωικές διαστάσεις"
  • "Ηρωικό γλυπτό"
συνώνυμο:
  • επίκ,
  • ηρωικός,
  • μεγαλύτερος από τη ζωή

2. Constituting or having to do with or suggestive of a literary epic

  • "Epic tradition"
    synonym:
  • epic
  • ,
  • epical

2. Συνιστώντας ή έχοντας να κάνει με ή υποδηλώνοντας ένα λογοτεχνικό έπος

  • "Επική παράδοση"
συνώνυμο:
  • επίκ,
  • επικός