Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "ephemeral" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "εφήμερος" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Ephemeral

[Εφήμερο]
/ɪfɛmərəl/

noun

1. Anything short-lived, as an insect that lives only for a day in its winged form

    synonym:
  • ephemeron
  • ,
  • ephemeral

1. Οτιδήποτε βραχύβιο, ως έντομο που ζει μόνο για μια μέρα στη φτερωτή του μορφή

    συνώνυμο:
  • εφήμερο

adjective

1. Lasting a very short time

  • "The ephemeral joys of childhood"
  • "A passing fancy"
  • "Youth's transient beauty"
  • "Love is transitory but it is eternal"
  • "Fugacious blossoms"
    synonym:
  • ephemeral
  • ,
  • passing
  • ,
  • short-lived
  • ,
  • transient
  • ,
  • transitory
  • ,
  • fugacious

1. Διαρκεί πολύ σύντομο χρονικό διάστημα

  • "Οι εφήμερες χαρές της παιδικής ηλικίας"
  • "Μια περαστική φαντασία"
  • "Παροδική ομορφιά του νού"
  • "Η αγάπη είναι παροδική αλλά είναι αιώνια"
  • "Αφελή άνθη"
    συνώνυμο:
  • εφήμερο
  • ,
  • πέρασμα
  • ,
  • βραχύβια
  • ,
  • παρακαταθήκη
  • ,
  • παροδικόσ
  • ,
  • φυγάς