Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "envisage" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "επίσκεψη" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Envisage

[Προβολή]
/ɛnvɪzɪʤ/

verb

1. Form a mental image of something that is not present or that is not the case

  • "Can you conceive of him as the president?"
    synonym:
  • imagine
  • ,
  • conceive of
  • ,
  • ideate
  • ,
  • envisage

1. Σχηματίστε μια νοητική εικόνα κάτι που δεν είναι παρόν ή αυτό δεν ισχύει

  • "Μπορείτε να τον συλλάβετε ως πρόεδρο?"
συνώνυμο:
  • φανταστείτε,
  • συλλαμβάνω,
  • ιδεατόσ,
  • οραματίζομαι