Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Environs

/ɪnvaɪrənz/

noun

1. The area in which something exists or lives

  • "The country--the flat agricultural surround"
    synonym:
  • environment
  • ,
  • environs
  • ,
  • surroundings
  • ,
  • surround

1. Τον τομέα στον οποίο υπάρχει ή ζει κάτι

  • "Η χώρα- το επίπεδο γεωργικό περίβλημα"
συνώνυμο:
  • περιβάλλον,
  • περίχωρα,
  • περιβάλλον,
  • περιβάλλω

2. An outer adjacent area of any place

    synonym:
  • environs
  • ,
  • purlieu

2. Μια εξωτερική παρακείμενη περιοχή οποιουδήποτε τόπου

συνώνυμο:
  • περίχωρα,
  • πουρλιέ