Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Entertain

/ɛntərten/

verb

1. Provide entertainment for

    synonym:
  • entertain

1. Παρέχει ψυχαγωγία για

συνώνυμο:
  • διασκεδάζω

2. Take into consideration, have in view

  • "He entertained the notion of moving to south america"
    synonym:
  • entertain
  • ,
  • think of
  • ,
  • toy with
  • ,
  • flirt with
  • ,
  • think about

2. Λάβετε υπόψη, έχετε κατά νου

  • "Διασκέδασε την ιδέα της μετάβασης στη νότια αμερική"
συνώνυμο:
  • διασκεδάζω,
  • σκέφτομαι,
  • παιχνίδι με,
  • φλερτάρω,
  • σκέφτομαι

3. Maintain (a theory, thoughts, or feelings)

  • "Bear a grudge"
  • "Entertain interesting notions"
  • "Harbor a resentment"
    synonym:
  • harbor
  • ,
  • harbour
  • ,
  • hold
  • ,
  • entertain
  • ,
  • nurse

3. Διατηρήστε τη θεωρία, τις σκέψεις ή τα συναισθήματα(

  • "Φέρτε μια μνησικακία"
  • "Διαφορετικές έννοιες"
  • "Λιμάνι μια δυσαρέσκεια"
συνώνυμο:
  • λιμάνι,
  • λιμάνι,
  • κρατώ,
  • διασκεδάζω,
  • νοσοκόμα

Examples of using

Will you entertain the guests while I get dressed?
Θα διασκεδάσετε τους επισκέπτες ενώ εγώ ντύνομαι?
A woman needs to be loved so much that she won't even entertain the possibility of someone else loving her more.
Μια γυναίκα πρέπει να αγαπηθεί τόσο πολύ που δεν θα διασκεδάσει καν την πιθανότητα κάποιος άλλος να την αγαπά περισσότερο.