Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "enter" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "είσοδος" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Enter

[Εισάγω]
/ɛntər/

verb

1. To come or go into

  • "The boat entered an area of shallow marshes"
    synonym:
  • enter
  • ,
  • come in
  • ,
  • get into
  • ,
  • get in
  • ,
  • go into
  • ,
  • go in
  • ,
  • move into

1. Να έρθει ή να μπει μέσα

  • "Το σκάφος εισήλθε σε μια περιοχή ρηχών βάλτων"
συνώνυμο:
  • εισάγω,
  • ελάτε μέσα,
  • μπαίνω,
  • μπαίνω μέσα,
  • μπαίνω μέσα,
  • μπαίνω μέσα,
  • μετακινώ

2. Become a participant

  • Be involved in
  • "Enter a race"
  • "Enter an agreement"
  • "Enter a drug treatment program"
  • "Enter negotiations"
    synonym:
  • enter
  • ,
  • participate

2. Γίνετε συμμετέχων

  • Συμμετέχω
  • "Εισάγετε έναν αγώνα"
  • "Εισάγετε μια συμφωνία"
  • "Εισάγετε ένα πρόγραμμα θεραπείας φαρμάκων"
  • "Ενταξιακές διαπραγματεύσεις"
συνώνυμο:
  • εισάγω,
  • συμμετέχω

3. Register formally as a participant or member

  • "The party recruited many new members"
    synonym:
  • enroll
  • ,
  • inscribe
  • ,
  • enter
  • ,
  • enrol
  • ,
  • recruit

3. Εγγραφείτε επίσημα ως συμμετέχων ή μέλος

  • "Το κόμμα προσέλαβε πολλά νέα μέλη"
συνώνυμο:
  • εγγραφώ,
  • εγγράφω,
  • εισάγω,
  • εγγράφω,
  • προσλαμβάνω

4. Be or play a part of or in

  • "Elections figure prominently in every government program"
  • "How do the elections figure in the current pattern of internal politics?"
    synonym:
  • figure
  • ,
  • enter

4. Να είστε ή να παίξετε ένα μέρος του ή μέσα

  • "Οι εκλογές εμφανίζονται σε κάθε κυβερνητικό πρόγραμμα"
  • "Πώς καταλαβαίνουν οι εκλογές στο σημερινό μοτίβο της εσωτερικής πολιτικής?"
συνώνυμο:
  • σχήμα,
  • εισάγω

5. Make a record of

  • Set down in permanent form
    synonym:
  • record
  • ,
  • enter
  • ,
  • put down

5. Παραθέτω ρεκόρ

  • Παραμένει σε μόνιμη μορφή
συνώνυμο:
  • εγγραφή,
  • εισάγω,
  • βάζω κάτω

6. Come on stage

    synonym:
  • enter

6. Ελάτε στη σκηνή

συνώνυμο:
  • εισάγω

7. Take on duties or office

  • "Accede to the throne"
    synonym:
  • accede
  • ,
  • enter

7. Αναλάβετε καθήκοντα ή γραφείο

  • "Ακμή στο θρόνο"
συνώνυμο:
  • προσχωρώ,
  • εισάγω

8. Put or introduce into something

  • "Insert a picture into the text"
    synonym:
  • insert
  • ,
  • infix
  • ,
  • enter
  • ,
  • introduce

8. Βάλτε ή εισαγάγετε σε κάτι

  • "Εισάγετε μια εικόνα στο κείμενο"
συνώνυμο:
  • εισάγω,
  • εγχύω,
  • εισάγω,
  • εισάγω

9. Set out on (an enterprise or subject of study)

  • "She embarked upon a new career"
    synonym:
  • embark
  • ,
  • enter

9. Ξεκινήστε για (ανή επιχείρηση ή αντικείμενο μελέτης)

  • "Ξεκίνησε μια νέα καριέρα"
συνώνυμο:
  • επιβιβάζομαι,
  • εισάγω

Examples of using

No one is permitted to enter this building.
Κανείς δεν επιτρέπεται να εισέλθει σε αυτό το κτίριο.
Please enter a valid email address.
Παρακαλούμε εισάγετε μια έγκυρη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.
When did you enter the army?
Πότε μπήκες στο στρατό?